ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.

Προκλήσεις στη μετάφραση της νομικής ορολογίας στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη κοινωνία.

 

ΕΝΟΤΗΤΕΣ
1. Σύντομη Εισαγωγή. Μετάφραση και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Το σύγχρονο κράτος ως μέλος της διεθνούς κοινότητας, σελ. 1
2. Επιρροή της διεθνούς πολιτικής στην εσωτερική έννομη τάξη και ο ρόλος της μετάφρασης, σελ. 2
3. Προκλήσεις κατά τη μετάφραση της νομικής ορολογίας – ορισμός μετάφρασης και ορολογίας, σελ. 3
4. Ορολογία ορισμός. Νομική ορολογία και ιδιαιτερότητες, σελ. 4
5. Προκλήσεις στη μετάφραση της νομικής ορολογίας, σελ. 6
6. Συμπεράσματα – στρατηγικές για μετάφραση της νομικής ορολογίας, σελ. 7

 

1. Σύντομη Εισαγωγή. Μετάφραση και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Το σύγχρονο κράτος ως μέλος της διεθνούς κοινότητας.

Ο ρόλος της μετάφρασης της νομικής ορολογίας στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη κοινωνία είναι πλέον πιο σημαντικός από ποτέ. Τούτο δε, διότι τα κράτη πολύ περισσότερο σήμερα από οποτεδήποτε άλλοτε, αλληλεπιδρούν και σχετίζονται μεταξύ τους μέσα από κοινές πολιτικές, πράξεις και συμμετοχές σε οργανισμούς και ομάδες στο διεθνές στερέωμα. Ο μοναχικός εθνικός δρόμος έχει καταργηθεί προ πολλού, καθώς τα συμφέροντα των κρατών προασπίζονται και προωθούνται μέσα από συνεργασίες και ομάδες, είτε σε επίπεδο διεθνών ή ακόμη και σε επίπεδο υπερδιεθνών οργανισμών. Ποτέ άλλοτε, τα κράτη δεν είχαν στην ιστορία τους αναπτύξει τόσο στενές σχέσεις μεταξύ τους, ώστε πέρα από τις στρατηγικές συμμαχίες που αφορούν την εξωτερική πολιτική, ακόμη και οι εσωτερικές πολιτικές τους να ορίζονται και να σχεδιάζονται μέσα από συνεργασίες με άλλα κράτη. Ουσιαστικά, ο ρόλος του κυρίαρχου εθνικού κράτους έχει συρρικνωθεί σημαντικά, δίνοντας τη θέση του στο κράτος μέλος, το οποίο συναποφασίζει με άλλα κράτη μέλη στις ίδιες ομάδες ακόμη και για θέματα εσωτερικού δικαίου. Οι σημερινές εποχές, προκλήσεις και συγκυρίες απαιτούν τη διεθνή συνεργασία σε όλα τα επίπεδα, προκειμένου για την επιβίωσή τους. Κατά αυτόν τον τρόπο, διεθνείς και υπερδιεθνείς οργανισμοί έχουν ουσιαστικά υποκαταστήσει τα εθνικά κράτη σε περισσότερα επίπεδα λήψης αποφάσεων, ενώ πολλές αρμοδιότητές των κρατών έχουν εκχωρηθεί σε αυτά και τα όργανά τους. Έτσι, νόμοι ψηφίζονται βάσει διεθνών κανονισμών και οδηγιών που εκδίδονται μέσα σε διεθνείς οργανισμούς και ενσωματώνονται ως παράγωγο κείμενο στην εσωτερική έννομη τάξη, ενώ παράλληλα εξάγονται εγχώρια νομικά έγγραφα, τόσο για στατιστικούς, όσο και για άλλους λόγους που αφορούν το διεθνές στερέωμα και αναφέρονται στις κοινωνικοπολιτικές περιστάσεις, όπως είναι η ευχερής εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τις ανάγκες των κρατών.

2. Επιρροή της διεθνούς πολιτικής στην εσωτερική έννομη τάξη και ο ρόλος της μετάφρασης.
Πέραν από τις επιστήμες και τις τέχνες και φυσικά πρώτιστα την τεχνολογία που αποτελούσαν παραδοσιακά τους βασικότερους πυλώνες της διεθνούς συνεργασίας, τις τελευταίες δεκαετίες και η πολιτική αποτελεί προϊόν σχεδιασμού σε διεθνές επίπεδο. Αποτελεί δηλαδή προϊόν που εισαγεται από το διεθνές στερέωμα στις εσωτερικές έννομες τάξεις αυτούσιο στην πρωτότυπη μορφή του, σε κείμενο αυθεντικό σε γλώσσα επίσημη, στη γλώσσα δηλαδή που συντάσσεται το κείμενο και η οποία αποτελεί τη γλώσσα πηγή για όλες τις γλώσσες στόχους.
Δεδομένου, ότι μέσα από τις πολιτικές των διεθνών οργανισμών και ομάδων σχεδιάζονται κανονισμοί και οδηγίες που ενσωματώνονται ως νόμοι στην εσωτερική έννομη τάξη αφότου μεταφραστούν αυτοί πρώτα στην εθνική γλώσσα, όλη αυτή η παγκοσμιοποιημένη πλέον παγκόσμια πολιτική, ανέδειξε για ακόμη μία φορά τη σημασία της μετάφρασης της νομικής ορολογίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ένα κείμενο νόμου ουσιαστικά ψηφίζεται σύμφωνα με μία διεθνή οδηγία ή έναν κανονισμό, το νόημα του οποίου αναζητάται στο αυθεντικό κείμενο, σε γλώσσα διαφορετική από αυτή της εγχώριας τάξης στην οποία θα εφαρμοστεί. Δεδομένης της αλληλεξάρτησης των οδηγιών και των κανονισμών αυτών με τους εσωτερικούς νόμους, αντιλαμβανόμαστε τη δαιδαλώδη σημασία της μετάφρασης της νομικής ορολογίας, ειδικότερα για την ελληνική έννομη τάξη, όπου όλα αυτά τα κείμενα αποτελούν ολοκληρωτικά προϊόντα μεταφράσεων.

3. Προκλήσεις κατά τη μετάφραση της νομικής ορολογίας – ορισμός μετάφρασης και ορολογίας.
Ξεκινώντας από τον ορισμό της μετάφρασης, θα εξετάσουμε τις προκλήσεις της μετάφρασης της νομικής ορολογίας, τόσο υπό το πρίσμα της πιστής, όσο και της ελεύθερης μετάφρασης και θα επισημάνουμε τους κινδύνους που εγκυμονούν αυτοί οι δύο μέθοδοι για την πιστότητα και την ακρίβεια του νομικού κειμένου, όπως και για τις πρακτικές της εισαγωγής ξένων όρων στη γλώσσα στόχο από τη γλώσσα πηγή ή της αφομοίωσης των όρων της γλώσσας πηγής σε όρους της γλώσσας στόχου.
Αρχικά, ως μετάφραση μπορεί να οριστεί η διαδικασία κατά την οποία γίνεται απόπειρα ανασύνθεσης της ακριβέστερης ισοδύναμης προσέγγισης του μηνύματος της γλώσσας-πηγής στη γλώσσα-στόχο, πρώτα σε επίπεδο εννοιών και κατόπιν σε επίπεδο ύφους. Σκοπός της μετάφρασης είναι να επιτευχθεί μία σχέση ισοδυναμίας όσον αφορά το σκοπό μεταξύ γλώσσας-πηγής και γλώσσας-στόχου. Δηλαδή, αμφότερα τα κείμενα πρέπει να μεταδίδουν το ίδιο μήνυμα στο μεγαλύτερο βαθμό που τους το επιτρέπουν οι φυσικοί περιορισμοί. Τέτοιοι περιορισμοί είναι το συγκείμενο, οι γραμματικοί κανόνες και των δύο γλωσσών, το συντακτικό, οι συγγραφικές συμβάσεις, οι αντίστοιχοι ιδιωματισμοί και τα παρόμοια.
Μετά-φρασις ουσιαστικά σημαίνει μετα-φορά της ομιλίας. Στη λατινική γλώσσα, ο ισοδύναμος όρος είναι translatio, από το transferre, το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει μεταφέρω. Όλες οι σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν κάποιον ισοδύναμο όρο ο οποίος να αντιστοιχεί στην έννοια του λατινικού. Από την άλλη μεριά, ο ελληνικός όρος μετάφραση έχει δώσει στην αγγλική γλώσσα το metaphrase, το οποίο αναφέρεται σε μία λέξη προς λέξη απόδοση της γλώσσας-πηγής στη γλώσσα-στόχο, σε αντιδιαστολή με την παράφραση («paraphrase»), δηλαδή την διατύπωση με διαφορετικό λόγο.
Για πρώτη φορά συναντάμε αναφορά σε βασικές αρχές, όπως η «λέξη προς λέξη» ή η «νόημα προς νόημα» μετάφραση στο έργο του Κικέρωνα, όπου ο ίδιος ο Κικέρων υπερασπίζεται την «νόημα προς νόημα» ή «ελεύθερη» μετάφραση λόγω του είδους των κειμένων, τα οποία μετέφραζε (Αισχίνης, Δημοσθένης). Ορόσημο στην ιστορία την μετάφρασης αποτελεί η μετάφραση της Βίβλου από τον Άγιο Ιερώνυμο (St. Jerome) τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ο Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε υποστηρικτής της «κατά γράμμα πιστότητας» όσον αφορά την μετάφραση της Αγίας Γραφής αν και μεταφράζοντας ο ίδιος, μάλλον υποχώρησε προς την δυναμική ισοδυναμία.
Ο λόγος για τον οποίο μας ζητάται η πιστή μετάφραση, τουλάχιστον σε ό, τι αφορά τα δημόσια κείμενα είναι για λόγους ασφάλειας, όταν σε αυτά υπεισέρχεται το δημόσιο συμφέρον. Εκεί, οφείλει η ίδια η Διοίκηση ή το Δικαστήριο για το οποίο συνήθως προορίζονται αυτές οι μεταφράσεις, να εξετάσει την ουσία του εγγράφου και να το ερμηνεύσει αυτό. Οπουδήποτε υπάρχει ο κίνδυνος αυθαίρετης ερμηνείας και υπεισέρχεται το δημόσιο συμφέρον, ζητάται η πιστή μετάφραση, που προσανατολίζεται στη γλώσσα πηγή. Αντίθετα, με την ελεύθερη μετάφραση, η οποία προσανατολίζεται στη γλώσσα στόχο, επιτυγχάνουμε να μεταφέρουμε το νόημα του κειμένου της γλώσσας-πηγής στη γλώσσα-στόχο στον αναγνώστη, μέσα στα πλαίσια της δικής του γλώσσας, χωρίς δηλαδή να περιοριζόμαστε από τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες, τη σύνταξη και τη γραμματική της γλώσσας πηγής.
Ειδικότερα σε ό, τι αφορά τη μετάφραση της νομικής ορολογίας, παρατηρείται ότι ούτε η ελεύθερη, αλλά ούτε και η πιστή μετάφραση αποτελούν εχέγγυα για την ορθότητα της μετάφρασης της νομικής ορολογίας. Αφενός με την ελεύθερη μετάφραση κινδυνεύουμε να μην εντοπίσουμε το νομικό όρο στη γλώσσα στόχο, εφόσον δεν είμαστε εξοικειωμένοι με την εκάστοτε ορολογία και από την άλλη πλευρά με την πιστή μετάφραση κινδυνεύουμε να μεταφράσουμε κάτι, το οποίο δεν υφίσταται καν στη γλώσσα στόχο.

4. Ορολογία ορισμός. Νομική ορολογία και ιδιαιτερότητες.
Ως ορολογία, νοείται το σύνολο των κατασημάνσεων που ανήκει σε μία ειδική γλώσσα. Κατά αυτόν τον τρόπο, όσες οι ειδικές γλώσσες, τόσες και οι ορολογίες. Έτσι, έχουμε την ιατρική, τεχνική, νομική ορολογία κ.οκ. Η ορολογία αποτελεί ουσιώδες μέρος της επιστήμης ή της τέχνης στην οποία ανήκει, καθόσον αυτή παραπέμπει σε συγκεκριμένες σχέσεις ή καταστάσεις, τις οποίες περικλείει μέσα σε αυτούς τους όρους. Ουσιαστικά, με την ορολογία περιγράφονται όροι, οι οποίοι παραπέμπουν σε συγκεκριμένες σχέσεις ή καταστάσεις. Προϋπόθεση της γνώσης της ορολογίας, είναι φυσικά η ίδια η γνώση της επιστήμης, καθώς η εξοικείωση με την ορολογία επέρχεται μέσα από τη μελέτη της επιστήμης.
Σε αντίθεση με τις φυσικές, αλλά και κάποιες θεωρητικές επιστήμες, η ορολογία των οποίων είναι ως ένα βαθμό διεθνής και ως εκ τούτου κοινή για όλες τις χώρες, η ορολογία της νομικής επιστήμης παρουσιάζει πιο περίπλοκα ζητήματα, αφενός λόγω του περιορισμού της χρήσης της λατινικής ορολογίας, πάλαι πότε διεθνούς νομικής γλώσσας, αλλά κύρια λόγω της άμεσης σχέσης της με τον εκάστοτε πολιτισμό. Έτσι, ενόσω στις φυσικές, αλλά και σε κάποιες θεωρητικές επιστήμες υπάρχει κοινή ορολογία, δια της κοινής καταβολής και παραδοχής ορισμένων σχέσεων ή λόγω της ονοματοδοσίας έπειτα από παγκόσμια αναγνωρισμένους εφευρέτες, στη νομική επιστήμη, οι ίδιες έννομες σχέσεις αποδίδονται με διαφορετικό τρόπο λεξικολογικά, κύρια λόγω της διαφορετικής κοινωνικής αντιμετώπισης της ίδιας έννομης σχέσης. Άλλως ειπείν, οι ίδιες κοινωνικές σχέσεις, με τα ίδια χαρακτηριστικά και τις ίδιες συνέπειες, περιγράφονται διαφορετικά σε κάθε χώρα λόγω των υπάρχοντων πολιτιστικών διαφορών. Οι σχέσεις που υποδηλώνουν οι νομικοί όροι ξεκινούν και καταλήγουν σε διαφορετικές κοινωνίες. Κατά αυτόν τον τρόπο, ένα πωλητήριο συμβόλαιο στην Ελλάδα, ονομάζεται αγοραστήριο συμβόλαιο στη Γερμανία. Στη μεν Ελλάδα δίδεται το βάρος στην πώληση, ενώ στη Γερμανία στην αγορά. Ωστόσο, η σύμβαση που καλούμε να μεταφράσουμε είναι η ίδια κι έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, ενώ ως σχέση νομική με έννομα αποτελέσματα, έχει και τις ίδιες έννομες συνέπειες. Οι όροι ταυτίζονται απόλυτα, πλην όμως έχουν διαφορετικό όνομα. Ένα πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου στην Ελλάδα ονομάζεται αγοραστήριο συμβόλαιο ακινήτου στη Γερμανία.
Τα υπάρχοντα οικονομικοκοινωνικά μοντέλα και οι πολιτιστικές παραδόσεις κάθε χώρας αντικατοπτρίζονται στις κοινωνικές συμπεριφορές, τις οποίες ρυθμίζουν οι νόμοι. Η νομική ορολογία συνέχεται άρρηκτα με την κοινωνία στην οποία αυτή ενυπάρχει. Αποτελεί ουσιαστικά γλωσσικό προϊόν της κοινωνικής συμπεριφοράς που έρχεται να ρυθμίσει. Το Δίκαιο προέρχεται από την κοινωνία και απευθύνεται σε αυτήν. Κατά αυτόν τον τρόπο, όσο οι κοινωνίες είναι διαφορετικές, τόσο θα είναι διαφορετικοί και οι κανόνες που τις ρυθμίζουν.

5. Προκλήσεις στη μετάφραση της νομικής ορολογίας.
Ενόσω λοιπόν, σε παγκόσμια κλίμακα οι κοινωνικοπολιτικές προκλήσεις ομοιάζουν αρκετά και τα κράτη προσχωρούν σε κοινές συμβάσεις κι ενσωματώνουν ίδιους κανονισμούς για να τις αντιμετωπίσουν, φυσικά κάθε λαός εξακολουθεί να διατηρεί την ιδιαιτερότητά και κάθε πολιτισμός να παρουσιάζει διαφορετικές συμπεριφορές ως κοινωνικό σύνολο. Έτσι, αφενός δεν απαντώνται παντού οι ίδιοι νομικοί όροι, αφού δεν υπάρχουν παντού οι ίδιες συμπεριφορές και αφετέρου δεν αντιμετωπίζονται αυτές οι κοινωνικές συμπεριφορές παντού με τον ίδιο τρόπο. Τούτη δε είναι και η βασικότερη πρόκληση στη μετάφραση της νομικής ορολογίας, η μετάφραση δηλαδή ενός όρου που είτε δεν υφίσταται καν στη γλώσσα στόχο ή που μεταφράζεται λανθασμένα σε εθνικό νομικό όρο κι έτσι αλλοιώνεται το νόημά του, καθώς παραπέμπει σε έτερη έννομη σχέση της γλώσσας στόχου, η διαφορετικότητα της οποίας συνίσταται στο ότι εμπεριέχει διαφορετικές τυπικές προϋποθέσεις και διαφορετικές έννομες συνέπειες, ως σχέση αιτιώδης.
Ελλοχεύει λοιπόν ο κίνδυνος στη μετάφραση της νομικής ορολογίας περισσότερο, από ότι σε άλλες επιστήμες να αλλοιωθεί ή να καταργηθεί το νόημα της γλώσσας πηγής, εάν δε χρησιμοποιηθούν οι αντίστοιχοι όροι της γλώσσας στόχου. Τούτο δε, διότι οι νομικοί όροι συνέχονται άρρηκτα με έννομες συνέπειες κι αναπτύσσουν σχέσεις αιτιώδεις με άλλες έννοιες. Κατά αυτόν τον τρόπο, ένας νομικός όρος περικλείει μία έννομη σχέση, η οποία αποτελείται από μία αιτία κι ένα αιτιατό. Ένας νομικός όρος αναφέρεται σε τυπικές έννοιες, η ύπαρξη των οποίων επιφέρει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Κι αυτό συνιστά ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση στη μετάφραση της νομικής ορολογίας.
Ο εντοπισμός της νομικής έννοιας στη γλώσσα στόχο, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η έννομη σχέση στην οποία ο όρος αυτός παραπέμπει αποτελεί φυσικά το στόχο της μετάφρασης γενικότερα στην ορολογία. Η αδυναμία εντοπισμού του ορθού νομικού όρου στη γλώσσα στόχο οδηγεί στην αποτυχία προσδιορισμού της έννομης σχέσης που περιγράφει ο νομικός όρος της γλώσσας πηγής και κατ’ επέκταση σε νομικά άτοπα, σε λανθασμένα αιτιατά και σε λανθασμένες έννομες συνέπειες. Ουσιαστικά σε αντίθεση με άλλες επιστήμες, όπου η αποτυχία εντοπισμού του ακριβούς όρου της ορολογίας στη γλώσσα στόχο, θα οδηγήσει μεν σε ατέλεια επιστημονική ή σε άτοπο, σε ό, τι αφορά τα επιστημονικά αποτελέσματα, συμπεράσματα ή στόχους, στη νομική επιστήμη παρόμοια ολισθήματα συνιστούν τροχοπέδη στην απόδοση του δικαίου και μπορούν να αλλοιώσουν ή να καταργήσουν έννοιες νομικές και να προσδώσουν έτερα χαρακτηριστικά από αυτά που νοούνται στη γλώσσα πηγή, απλά και μόνο με τη χρήση όρων διαφορετικών από τον αντίστοιχο στη γλώσσα στόχο. Αυτή η πρόκληση που συνιστά ταυτόχρονα και κίνδυνο στη μετάφραση της νομικής ορολογίας, ταλανίζει τα μάλα το μεταφραστή, ο οποίος μεν έχει λάβει μία στοιχειώδη εκπαίδευση στη νομική ορολογία, αλλά ωστόσο δεν διαθέτει το επιστημονικό υπόβαθρο, ώστε να δύναται να αναζητήσει μία έννοια στη νομική επιστήμη. Να μπορέσει πέρα από τους περιορισμούς της γλώσσας πηγής να αντιστοιχίσει την έννοια από τη γλώσσα πηγή με την αντίστοιχη στη γλώσσα στόχο. Δεδομένου δε του αιτιώδους χαρακτήρα των νομικών αυτών εννοιών, η αντιστοίχιση αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις, αλλά και τα έννομα αποτελέσματα που συνέχονται με αυτήν την έννοια. Μία τέτοια πρόκληση αποτελεί η μετάφραση εννοιών που ανήκουν σε διαφορετικά νομικά συστήματα, όπως είναι το κοινό δίκαιο με το ηπειρωτικό ευρωπαϊκό δίκαιο, όπου νομικοί όροι που απαντώνται σε μία έννομη τάξη, απουσιάζουν παντελώς από μία άλλη. Ένα παράδειγμα για αυτό είναι οι όροι της αναίρεσης και της έφεσης που υπάρχουν στο ηπειρωτικό δικονομικό δίκαιο, ενώ αυτοί απουσιάζουν εντελώς ως τέτοιοι από κάποιες διαδικασίες του κοινού δικαίου ή περιγράφονται διαφορετικά.
Η διαφορετική γλωσσική περιγραφή των νομικών όρων από χώρα σε χώρα, όπως αναφέραμε παραπάνω με τη σύμβαση της πώλησης για την Ελλάδα ή αγοράς για τη Γερμανία, αποτελεί μία διαφορετική, εξίσου μεγάλη πρόκληση για το μεταφραστή των κειμένων νομικής ορολογίας και συνέχεται με τον πολιτισμό, αλλά και τις οικονομικοκοινωνικές δομές της κάθε έννομης τάξης.

 

6. Συμπεράσματα – στρατηγικές για μετάφραση της νομικής ορολογίας.
Η νομική μετάφραση έχει την τάση, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω να εμπεριέχει περισσότερο πολιτιστικές αναφορές, από ότι παγκόσμιους επιστημονικούς όρους. Κατά τη μετάφραση δε των νομικών κειμένων, είτε ακολουθείται η τακτική της εισαγωγής ξένων όρων στη γλώσσα (με προσανατολισμό στη γλώσσα-πηγή) ή της ενσωμάτωσης του ξένου όρου γλωσσικά στην οικεία γλώσσα-στόχο (με προσανατολισμό δηλαδή στη γλώσσα-στόχο). Η ενσωμάτωση στη γλώσσα-στόχο, άλλως ο προσανατολισμός στη γλώσσα-στόχο για την επιλογή του όρου που αναζητάται από τον εκάστοτε μεταφραστή, αποτελεί τη προσφιλέστερη στρατηγική μετάφρασης νομικών κειμένων, ήδη από την εποχή της αρχαίας Ρώμης. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν νομικές έννοιες και όροι που έχουν καθιερωθεί σε παγκόσμια κλίμακα σε ξένες γλώσσες, κύρια στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, όπως ο όρος του φραντσάϊζ, αλλά κι αυτοί ακόμη οι όροι, ενώ κοινωνικά έχουν καθιερωθεί με τη ξένη ονομασία, στη νομική ορολογία έχουν δική τους ονομασία στην έννομη τάξη της γλώσσας στόχου, εδώ π.χ. δικαιόχρηση.
Δεδομένου ότι όπως αναφέραμε παραπάνω, σκοπός της μετάφρασης είναι η μετάδοση του νοήματος του κειμένου από τη γλώσσα πηγή στη γλώσσα στόχο, ο προσανατολισμός του μεταφραστή προς τη γλώσσα στόχο αποτελεί τη διαχρονικά ενδεδειγμένη στρατηγική, ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει η μετάφραση το σκοπό αυτό. Να καταστήσει δηλαδή δυνατή τη μεταφορά του νοήματος από τη γλώσσα πηγή στη γλώσσα στόχο. Αυτό που έχει πολλάκις διατυπωθεί, ότι η μετάφραση οφείλει ως κείμενο να στέκει αυτούσια, χωρίς την ανάγκη του πρωτότυπου κειμένου, εξακολουθεί να αποτελεί ύψιστο αξίωμα και στόχος της μετάφρασης. Το αυτό και για τη νομική μετάφραση και κύρια για αυτή. Ωστόσο η επιλογή των όρων στη γλώσσα στόχο θα πρέπει να επιχειρείται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτός ο όρος υπάρχει, ότι αυτός παραπέμπει στις ίδιες έννομες συνέπειες και ότι αποτελείται από την ίδια αντικειμενική υπόσταση, δηλαδή απαιτεί τις ίδιες τυπικές προϋποθέσεις. Έτσι αποφεύγονται τυχόν αυθαιρεσίες υπαγωγής όρων σε σχέσεις νομικές της γλώσσας στόχου, με τις οποίες ουδεμία σχέση έχει το νόημα της γλώσσας πηγής. ΄Όπου στη νομική επιστήμη ως διαφορετική έννομη σχέση νοούνται διαφορετικές έννοιες, αντιλήψεις, τυπικές προϋποθέσεις και φυσικά διαφορετικές έννομες συνέπειες.
Συμπερασματικά, όπου γίνεται λόγος για προκλήσεις στη μετάφραση της νομικής ορολογίας, αυτό που πρώτιστα οφείλει να λαμβάνεται υπόψη είναι οι συνέπειες που μπορούν να προκληθούν από μία αποτυχημένη νομική μετάφραση. Δεδομένου δε του νευραλγικού χαρακτήρα της νομικής επιστήμης, αλλά και του συνεχώς αυξανόμενου όγκου νομικών κειμένων που εισάγονται και εξάγονται από χώρα σε χώρα, οι συνέπειες αυτές κάθε άλλο παρά ασήμαντες μπορεί να θεωρηθούν. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση από όλες για το σύγχρονο μεταφραστή, το βάρος δηλαδή που επωμίζεται, όταν αναλαμβάνει είτε να εισαγάγει ή να εξαγάγει μία νομική έννοια από ή προς μία ξένη γλώσσα.
Ως εκ τούτου, η εις βάθος έρευνα της έννομης σχέσης που μεταφράζεται στη γλώσσα στόχο, ως προς όλα της τα στοιχεία, τόσο τις τυπικές προϋποθέσεις, όσο και τις έννομες συνέπειες, η θεώρηση των γλωσσικών διαφορών, ως προς την περιγραφή της έννομης σχέσης και κύρια ο εντοπισμός του όρου, εφόσον υφίσταται αυτός στη γλώσσα στόχο, αποτελούν τον πηρύνα της εργασίας του μεταφραστή της νομικής ορολογίας. Αυτή δε η έρευνα που αποτελεί τη βάση της εργασίας του μεταφραστή της νομικής ορολογίας, συνιστά παράλληλα και τη μεγαλύτερη πρόκληση στε μετάφραση της νομικής ορολογίας και ταυτόχρονα αποτελεί τη γοητεία της με όλα τα πολιτιστικά στοιχεία που περικλείει.

ΠΗΓΕΣ
Kocbek, A. 2006. Language and culture in international legal communication. Managing Global Transitions 3 (4): 231–47.
Mattila, H. S. 2006. Comparative legal linguistics. Aldershot: Ashgate.
Nord, Ch. 1997. Translating as a purposeful activity: Functionalist approaches explained. Manchester: St. Jerome.
Reiß, K., and H. J. Vermeer. 1984. Grundlegung einer allgemeinen Translationstheorie. Tübingen: Niemeyer.
Sandrini, P. 1999. Translation zwischen Kultur und Kommunikation: Der Sonderfall Recht. In Übersetzen von Rechtstexten: Fachkommunikation im Spannungsfeld zwischen Rechtsordnung und Sprache, ed. P. Sandrini, 9–43. Tübingen: Narr.
Šarcˇevic ́, S. 1997. New approach to legal translation. The Hague: Kluwer.
Tetley, W. 2000. Mixed jurisdictions: Common law vs. civil law (codified and uncodified). Louisiana Law Review 60:677–738.
Vermeer, H. J. 1987. What does it mean to translate? Indian Journal of Applied Linguistics 13 (2): 25–33.
Weisflog, W. E. 1987. Problems of legal translation. In Swiss reports presented at the Twelfth International Congress of Comparative Law, 179–218.
Zürich: Schulthess. Zweigert, K., and H. Kötz. 1992. An introduction to comparative law. Oxford: Clarendon.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *